4news-front

  • Έρευνα του Πανεπιστημίου της Νότιας Καλιφόρνιας δείχνει ότι τα παιδιά εύπορων και μορφωμένων γονέων έχουν μεγαλύτερο εγκέφαλο και καλύτερες επιδόσεις στα τεστ νοημοσύνης από
  • Μετά από πολλές διαβουλεύσεις η Κομισιόν ενέκρινε το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο για τον δραστικό περιορισμό της πλαστικής σακούλας, η οποία θεωρείται ιδιαίτερα επιβλαβής για το
  • Η Σιγκαπούρη είναι η πιο ακριβή πόλη του κόσμου. Οφείλει τον τίτλο, κυρίως, στο κόστος κατοικίας, αφού το ενοίκιο μίας γκαρσονιέρας στο κέντρο ξεπερνά τα €2.500 ($ 3.027),
  • Πόσο εύκολα μπορούμε να αντισταθούμε σε ντόνατς, τούρτες, πάστες και γενικά στα γλυκίσματα;Όσοι μπορούν είναι τυχεροί.   Οι υπόλοιποι πρέπει να το ξανασκεφτούν, όταν θα

Η πολιτική επιλογή της ...ανισότητας

Η πολιτική επιλογή της ...ανισότητας
Ο Άγγλος πολιτικός θεωρητικός του δέκατου  έβδομου αιώνα Τζον Λοκ αποδέχθηκε το αναπόφευκτο της ανισότητας, που απορρέει από την εφεύρεση του χρήματος και της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Όμως έχοντας αποδεχθεί αυτό, αναγκάστηκε επίσης να αναγνωρίσει την ανάγκη για ένα κράτος που να αστυνομεύει την ανισότητα που παράγει η αγορά. Αλλά κάθε κράτος που θα μπορούσε να το κάνει αυτό αποτελεσματικά, θα έπρεπε επίσης να είναι αρκετά ισχυρό, ώστε να απειλήσει τους κατόχους ιδιοκτησίας που έχει ως στόχο να προστατεύσει. Και όλα δείχνουν ότι τέσσερις αιώνες αργότερα, η Δύση όχι μόνο είναι απρόθυμη να περιορίσει την ανισότητα, αλλά αντίθετα την ενισχύει.
 
Στην πραγματικότητα οι αποκαλύψεις των τελευταίων ετών για το ρόλο των φορολογικών παραδείσων οι περισσότεροι από τους οποίους λειτουργούν με "άνωθεν" προστασία, η σιωπηρή ανοχή στις πρακτικές των πολυεθνικών, αλλά και των πλουσίων του πλανήτη να "παρκάρουν" τα πλούτη σε "πάρκινγκ" που θα τους εξασφαλίζουν το δικαίωμα να μη συμμετέχουν στα φορολογικά βάρη, ουσιαστικά λειτουργούν ως έμμεση επιδότηση της ανισότητας. Αν στην επιλογή αυτή προσθέσει κανείς την σχεδόν εμμονική άποψη της περιστολής του κόστους εργασίας, αλλά και των δημόσιων δαπανών για τα προγράμματα υγείας, πρόνοιας και ενίσχυσης των ισχυρότερων οικονομικά, τότε το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι τελικά η ανισότητα δεν είναι αποτέλεσμα της μοίρας, αλλά συνειδητή οικονομική επιλογή.
 
Άλλωστε κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει το γεγονός ότι σε μία οικονομία με χαμηλούς δείκτες ανάπτυξης, ο ήδη συσσωρευμένος πλούτος, αναπτύσσεται με ρυθμούς ταχύτερους από εκείνους των μισθολογικών αυξήσεων. Ο  Τομά Πικετί στο βιβλίο του «Το κεφάλαιο στον 21ο αιώνα, υποστηρίζει ότι το χάσμα μεταξύ πλούσιων και φτωχών διευρύνεται συνεχώς, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης, με αποτέλεσμα την επιστροφή στον «καπιταλισμό των κληρονομημένων περιουσιών»- έναν καπιταλισμό που κυριαρχείται από μία «αριστοκρατία του πλούτου» και δεν προσφέρει ευκαιρίες ανέλιξης για αυτοδημιούργητους.
 
Ακόμα και στην ευημερούσα Γερμανία η ψαλίδα συνεχώς μεγαλώνει. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία για το 2013, το 15,5% του πληθυσμού ζει σε συνθήκες φτώχειας, ενώ για το 2012 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 15%. Από το 2006 τα σχετικά στατιστικά στοιχεία καταγράφουν συνεχή άνοδο. Μόνο μεταξύ 2007 και 2012, στο 10 % των πλουσιότερων νοικοκυριών ανήκει το 50% και πλέον του συνολικού πλούτου. Η περιουσία αυτού του 10 % αυξάνεται μάλιστα διαρκώς τα τελευταία χρόνια.
 
Ενώ το 1998 κατείχε το 45 % της συνολικής καθαρής περιουσίας, 10 χρόνια αργότερα, το 2008, η ομάδα αυτή των πλουσιότερων γερμανικών νοικοκυριών είχε στα χέρια του το 53% του συνολικού πλούτου. Την ίδια ώρα στο 50 % των νοικοκυριών με τα χαμηλότερα εισοδήματα ανήκει μόλις το 1 % της συνολικής καθαρής περιουσίας. Μία από τις αιτίες, οι μισθολογικές ανισότητες. Τη στιγμή που τα ανώτερα και ανώτατα εισοδήματα αυξάνονται, στο 40% των μόνιμα απασχολούμενων διαπιστώνονται σημαντικές απώλειες στο καθαρό εισόδημα. Το πρόβλημα των αμοιβών των ανώτερων και ανώτατων στελεχών είναι παγκόσμιο, καθώς οι  αμοιβές των στελεχών των κορυφαίων επιχειρήσεων συνεχώς μεγαλώνουν, ενώ τα εισοδήματα του χαμηλότερου επιπέδου εργαζομένων έχουν παραμείνει στάσιμα. Από το 2013 οι σχετικές έρευνες υποδεικνύουν και μία τρίτη ομάδα «υψηλού ρίσκου»: τους συνταξιούχους, ιδιαίτερα στην ανατολική Γερμανία.
 
Στη Μεγάλη Βρετανία που ο δείκτης ανάπτυξης κυμαίνεται γύρω στο 3% και η ανεργία έχει περιοριστεί στο 6% αλλά  πλήττει όλο και περισσότερους νέους ανθρώπους, 13 εκ. Βρετανοί θεωρούνται άποροι, ενώ ένα στα τέσσερα παιδιά ζουν σε συνθήκες φτώχειας.
 
Σύμφωνα με στοιχεία του 2014 η φτώχεια απειλεί στην ΕΕ το 24% του πληθυσμού, δηλαδή 124 εκατομμύρια ανθρώπους. Για την πλειονότητα του παγκόσμιου πληθυσμού ωστόσο, το θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα στην κοινωνική ασφάλεια παραμένει μακρινό όνειρο. Μόνο το 27% του παγκόσμιου πληθυσμού έχει πρόσβαση στο κοινωνικό κράτος, μόλις το 12% των ανέργων λαμβάνει επιδόματα, ενώ το 48% των ανθρώπων γύρω στα 65 δεν παίρνουν σύνταξη. Στις ΗΠΑ όλο και περισσότεροι οικονομολόγοι προειδοποιούν για τα αποτελέσματα της διευρυνόμενης ανισότητας.
 
Οι πλουσιότεροι Αμερικανοί -μεταξύ των οποίων βρίσκονται και παγκόσμιοι οικονομικοί τιτάνες που με τις λανθασμένες επιλογές τους οδήγησαν στη χρηματοπιστωτική κατάρρευση- γίνονται όλο και πλουσιότεροι. Και όχι λίγο πλουσιότεροι, αλλά πολύ πλουσιότεροι. Το 2009, το μέσο εισόδημα του 5% των πιο εύπορων αμερικανών αυξήθηκε, ενώ το μέσο εισόδημα του υπόλοιπου πληθυσμού μειώθηκε.
 
Μία τέτοια εξέλιξη δεν μπορεί να χαρακτηριστεί αναπάντεχη, αλλά μάλλον μπορεί να θεωρηθεί ως η φυσιολογική συνέχεια μίας «τάσης», που κρατάει εδώ και σαράντα χρόνια και κατά την οποία τα υψηλά εισοδήματα αυξάνονται διαρκώς, ενώ τα μεσαία και χαμηλά εισοδήματα παραμένουν στάσιμα. Το μερίδιο του συνολικού εισοδήματος του 1% του πληθυσμού που βρίσκεται στη κορυφή της οικονομικής πυραμίδας, είχε αυξηθεί από περίπου 8% το 1960 σε περισσότερο από 20% το 2011. Και σύμφωνα με τα στοιχεία, οι τάσεις δείχνουν ότι οι ρυθμοί επιταχύνονται προς όφελος των πλουσίων. Πολιτικοί επιστήμονες και οικονομολόγοι θεωρούν, ότι  η γιγάντωση της ανισότητας οφείλεται τόσο στην επικράτηση των δυνάμεων της αγοράς, όσο στην κυβερνητική πολιτική που έχει ενισχύσει τις συνέπειες του οικονομικού μετασχηματισμού, προσανατολίζοντας τα προσκομιζόμενα οφέλη αποκλειστικά στους πλούσιους.
 
Από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, μία σειρά σημαντικών αλλαγών στις ακολουθούμενες πολιτικές των κυβερνήσεων, έχουν μετατοπίσει την πλάστιγγα της οικονομικής αρένας προς το συμφέρων των ισχυρών. Το αμερικανικό Κογκρέσο έχει επανειλημμένα προωθήσει φορολογικές μειώσεις στα υψηλά εισοδήματα και ελάφρυνε τη φορολόγηση του κεφαλαίου και άλλων μορφών εισοδημάτων από επενδύσεις, με απροσδόκητα οφέλη για τους πιο εύπορους.