4news-front

  • Έρευνα του Πανεπιστημίου της Νότιας Καλιφόρνιας δείχνει ότι τα παιδιά εύπορων και μορφωμένων γονέων έχουν μεγαλύτερο εγκέφαλο και καλύτερες επιδόσεις στα τεστ νοημοσύνης από
  • Μετά από πολλές διαβουλεύσεις η Κομισιόν ενέκρινε το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο για τον δραστικό περιορισμό της πλαστικής σακούλας, η οποία θεωρείται ιδιαίτερα επιβλαβής για το
  • Η Σιγκαπούρη είναι η πιο ακριβή πόλη του κόσμου. Οφείλει τον τίτλο, κυρίως, στο κόστος κατοικίας, αφού το ενοίκιο μίας γκαρσονιέρας στο κέντρο ξεπερνά τα €2.500 ($ 3.027),
  • Πόσο εύκολα μπορούμε να αντισταθούμε σε ντόνατς, τούρτες, πάστες και γενικά στα γλυκίσματα;Όσοι μπορούν είναι τυχεροί.   Οι υπόλοιποι πρέπει να το ξανασκεφτούν, όταν θα

Η στροφή Ερντογάν

Η στροφή Ερντογάν

Από το 2014, η Τουρκία του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επιχειρεί να αναπροσαρμόσει την εξωτερική πολιτική της, λαμβάνοντας υπόψη την εξέλιξη της σύγκρουσης στην Συρία, αλλά και την κατάσταση στο εσωτερικό της. Την εποχή της «αραβικής άνοιξης» το 2011, το πρωτόγνωρο πείραμα του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ), του ισλαμο-συντηρητικού κόμματος που βρίσκεται στην εξουσία από το 2002, αποτελούσε δημοκρατικό παράδειγμα για την ευρύτερη περιοχή. Η διπλωματία καλής γειτονίας που τέθηκε σε εφαρμογή από τον υπουργό Εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου, καθώς και ο δυναμισμός της αναδυόμενης τουρκικής οικονομίας, συνετέλεσαν στη διαμόρφωση θετικής εικόνας για τη χώρα της Μέσης Ανατολής. Κι όμως! Η αμφιλεγόμενη στάση της Άγκυρας απέναντι στα τζιχαντιστικά κινήματα που δρουν στην Συρία, η σύμπλευσή της με τις ισλαμιστικές κυβερνήσεις που προέκυψαν από τη συνεχιζόμενη –αλλά αμφισβητούμενη– πολιτική μετάβαση σε Αίγυπτο και Τυνησία και τέλος, η βίαιη καταστολή των λαϊκών κινητοποιήσεων ενάντια στην καταστροφή του πάρκου Γκεζί της Κωνσταντινούπολης την άνοιξη του 2013, θάμπωσαν το άστρο της Τουρκίας. Από το 2015, η γειτονική χώρα βρέθηκε αντιμέτωπη με την άμεση ανάμειξη της Ρωσίας στη συριακή διένεξη, την ώρα μάλιστα που οι δυνάμεις του Κόμματος Δημοκρατικής Ένωσης (PYD), μιας οργάνωσης των Κούρδων της Συρίας που συνδέεται με το Κόμμα Κούρδων Εργατών (ΡΚΚ), καταλάμβαναν την πλεονεκτική θέση των κατ’ εξοχήν αντιπάλων του Ισλαμικού Κράτους (ΙΚ). Ο πολλαπλασιασμός των επιθέσεων –και από τζιχαντιστές και από Κούρδους– στο έδαφος της Τουρκίας μοιάζει να είναι το τίμημα των ριψοκίνδυνων κινήσεων που κάνει στα νότια σύνορά της και της άρνησής της να ανταποκριθεί στις προσδοκίες του κουρδικού πληθυσμού.

Οι παραπάνω παράγοντες ωθούν την Άγκυρα στην επανεξέταση της διπλωματικής και γεωστρατηγικής τοποθέτησής της. Και όλα αυτά, μέσα σε μια συγκυρία εσωτερικού μετασχηματισμού, όπου ο Ερντογάν επιχειρεί να εδραιώσει τα προνόμιά του και τον ρόλο του ως προέδρου. Η νέα τουρκική διπλωματία, την οποία ο Τούρκος πρωθυπουργός Μπιναλί Γιλντιρίμ χαρακτήρισε ως «πολιτική “περισσότερων φίλων παρά εχθρών”», δηλώνει πραγματιστική. Ωστόσο, παραμένει ευαίσθητη απέναντι σε διάφορες πηγές αβεβαιότητας, σε μια εποχή όπου η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στις Ηνωμένες Πολιτείες κινδυνεύει να κλονίσει λίγο περισσότερο τις ήδη εύθραυστες ισορροπίες της ευρύτερης περιοχής.

Στο μεταξύ, η τουρκική κυβέρνηση δηλώνει διαρκώς την ικανοποίησή της για την πολιτική αλλαγή στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Οι πρώτες επαφές με τον Τραμπ πάντως, δεν κατέληξαν σε χειροπιαστά αποτελέσματα όσον αφορά την έκδοση του Γκιουλέν ή τη διακοπή των αμερικανικών σχέσεων με το PYD. Ενόψη της επίθεσης στην Ράκα, η Άγκυρα επιχείρησε να πείσει την Ουάσινγκτον να γυρίσει την πλάτη στους Κούρδους της Συρίας και να προτιμήσει τους αντάρτες που η ίδια υποστηρίζει. Φαίνεται όμως ότι το επεισόδιο της κοπιώδους κατάληψης της πόλης Αλ-Μπαμπ  από τις συγκεκριμένες ομάδες ανταρτών, δεν έχει πείσει την αμερικανική κυβέρνηση για την αποτελεσματικότητα μιας τέτοιας επιλογής, η οποία θα συναντούσε ακόμη περισσότερα εμπόδια στον Νότο, λόγω της συνεργασίας μεταξύ των στρατευμάτων της Δαμασκού και του PYD, με τις ευλογίες της Μόσχας.

Όπως και να έχουν τα πράγματα, οι ΗΠΑ εξακολουθούν να υπολογίζουν στο ρόλο που οι Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (συμμαχία του PYD με άλλες «κοσμικές» συριακές αντάρτικες ομάδες) θα μπορούσαν να παίξουν κατά την τελική επίθεση εναντίον του Ισλαμικού Κράτους. Σε μια τέτοια προοπτική, είναι πιθανό η νέα αμερικανική κυβέρνηση, όπως και η προηγούμενη, να προσπαθήσουν να συμφιλιώσουν τις ορισμένες φορές ανταγωνιστικές φιλοδοξίες των συμμάχων τους (Τούρκων, Κούρδων και FSA), αποφεύγοντας ταυτόχρονα τη σύγκρουσή τους με τις δυνάμεις του συριακού καθεστώτος, που υποστηρίζονται από την Ρωσία.

Η Τουρκία από την πλευρά της, την ώρα που το ΝΑΤΟ μοιάζει να επιβιώνει από την πολιτική αλλαγή στην Ουάσινγκτον και που η διαδικασία της Αστάνα έχει δείξει τα όριά της, δύσκολα θα μπορέσει να συνεχίσει να χρησιμοποιεί τη σχέση της με την Ρωσία ως μέσο πίεσης απέναντι στους Αμερικανούς συμμάχους της, όπως κατόρθωσε προς το τέλος της θητείας Ομπάμα. Μια σύγκλιση Ρωσίας-ΗΠΑ στην Συρία θα κινδύνευε μάλιστα να εδραιώσει την αυτονομία των Κούρδων του PYD. Η διπλή σχέση με Μόσχα και Ουάσινγκτον θα μπορούσε, αντί για πλεονέκτημα, να εξελιχθεί σε αγκάθι για την Άγκυρα. Και όλα αυτά, αναμένοντας να φανεί εάν η πρόσφατη ένταση μεταξύ της Τουρκίας και ορισμένων από τους Ευρωπαίους εταίρους της, όπως η Γερμανία, θα έχει μακροπρόθεσμες επιπτώσεις.