4news-front

  • Έρευνα του Πανεπιστημίου της Νότιας Καλιφόρνιας δείχνει ότι τα παιδιά εύπορων και μορφωμένων γονέων έχουν μεγαλύτερο εγκέφαλο και καλύτερες επιδόσεις στα τεστ νοημοσύνης από
  • Μετά από πολλές διαβουλεύσεις η Κομισιόν ενέκρινε το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο για τον δραστικό περιορισμό της πλαστικής σακούλας, η οποία θεωρείται ιδιαίτερα επιβλαβής για το
  • Η Σιγκαπούρη είναι η πιο ακριβή πόλη του κόσμου. Οφείλει τον τίτλο, κυρίως, στο κόστος κατοικίας, αφού το ενοίκιο μίας γκαρσονιέρας στο κέντρο ξεπερνά τα €2.500 ($ 3.027),
  • Πόσο εύκολα μπορούμε να αντισταθούμε σε ντόνατς, τούρτες, πάστες και γενικά στα γλυκίσματα;Όσοι μπορούν είναι τυχεροί.   Οι υπόλοιποι πρέπει να το ξανασκεφτούν, όταν θα

Κύπρος: Η κατάρα της ... γεωγραφίας

Κύπρος: Η κατάρα της ... γεωγραφίας

Το πρόβλημα της Κύπρου συνδέεται παραδοσιακά με την γεωγραφική της θέση, δηλαδή την γεωπολιτική της υπεραξία, που σημαίνει πως η Κύπρος γεωστρατηγικά ενδιέφερε τις εκάστοτε μεγάλες δυνάμεις και τους περιφερειακούς παράγοντες της διεθνούς πολιτικής, γιατί η θέση της επηρέαζε και ενδιέφερε την διεθνή πολιτική στις οικονομικές, ενεργειακές και ευρύτερες στρατηγικές της παραμέτρους.

 

Η σύγχρονη περίοδος της κυπριακής υπόθεσης, που επηρέασε το παρόν και το μέλλον της Κύπρου καταγράφεται με την άφιξη των Βρετανών στο νησί το 1878, με την παράδοση της Κύπρου ως διοικητικής μονάδας από τους Οθωμανούς εις την Βρετανική Αυτοκρατορία. Η Μεγάλη Βρετανία εκείνη την εποχή υποστήριξε την καταρρέουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία στρατιωτικά στην σύγκρουσή της με την Ρωσία, η οποία βρέθηκε στα προάστια της Κωνσταντινούπολης έτοιμη να καταλάβει την Πόλη. Πρόκειται για ένα αντάλλαγμα στρατιωτικής και αμυντικής υφής που παρείχε ένα ιδιαίτερα σημαντικό γεωστρατηγικό πλεονέκτημα για την Βρετανία και μια τονωτική ένεση για μια βραχύβια επιβίωση του παρακμάζοντος οθωμανικού κράτους.

 

Ο τότε πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας, λόρδος Ντισραέλι, αναφώνησε ευτυχής με την ανάληψη του διοικητικού ελέγχου της Κύπρου πως «επιτέλους βρήκαμε τον κρίκο που έλειπε στην αλυσίδα που συνδέει την Μεσόγειο με το Γιβραλτάρ και τις Ινδίες». Ήταν οι δρόμοι του εμπορίου, που αποτελούσαν την δικαιολογητική βάση και το στρατηγικό περιεχόμενο της ύπαρξης της αυτοκρατορίας. Αυτό το γεγονός διατήρησε την εποπτεία και, από το 1925, την απόλυτη κυριαρχία του βρετανικού ιμπέριουμ επί της νήσου Κύπρου μέχρι και την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960.

 

Η Κύπρος έχασε ίσως μια ευκαιρία να ικανοποιήσει το ιστορικό της έλλειμμα και να ενωθεί με την Ελλάδα το 1912, όπως και το 1915, όταν με την έναρξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, οι Βρετανοί πρότειναν στην Ελλάδα να ενταχθεί στην συμμαχία εναντίον των Γερμανών, με αντάλλαγμα την παραχώρηση της νήσου Κύπρου στην Ελλάδα, πράγμα που δεν έτυχε απαντήσεως, διότι η στιγμή της πρότασης βρήκε την Ελλάδα σε συνθήκες διαίρεσης και σύγκρουσης μεταξύ Ελευθερίου Βενιζέλου και Βασιλέως Κωνσταντίνου. Αυτή ίσως να ήταν και η μοναδική πραγματική ευκαιρία που είχε η Κύπρος να εκπληρώσει ένα ιστορικά διακηρυγμένο και δοκιμασμένο αίτημα του λαού της για ενσωμάτωση με την Ελλάδα, πράγμα που ήταν επίσης και από πλευράς ελλαδικού κράτους, ενταγμένο στην προσπάθεια των Αθηνών για εθνική ολοκλήρωση και εκπλήρωση της Μεγάλης Ιδέας, που ήταν η ένταξη όλων των πληθυσμών και περιοχών που ιστορικά και πληθυσμιακά ανήκαν στο ελληνικό έθνος σε μια ενιαία εθνική – κρατική στέγη.

 

Γρήγορα, όμως, αυτή η ιδέα ξεπεράστηκε από τις εξελίξεις και οι Βρετανοί για λόγους ακριβώς μεγάλης γεωπολιτικής σημασίας που απέδιδαν στην Κύπρο σε σχέση με τα ευρύτερα βρετανικά συμφέροντα, δεν διανοούντο πλέον, ιδιαίτερα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την ενεργειακή ανάδειξη της Μέσης Ανατολής, την στρατηγική υπεραξία του Σουέζ, την επανάσταση του Νάσσερ στην Αίγυπτο και την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ, επ’ ουδενί να εγκαταλείψουν την Κύπρο και εν προκειμένω να την αφήσουν να αναδειχθεί σε ένα πλήρως ανεξάρτητο κράτος ή πολύ περισσότερο να ενωθεί με την Ελλάδα.

 

Αυτό δε παρά το γεγονός πως προηγήθηκαν της δεκαετίας του 1950 τα Δωδεκάνησα με την ενσωμάτωσή τους στην ελληνική επικράτεια στην Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων του 1947 και παρά τις ελληνικές παραστάσεις προς την Βρετανία, σε ανώτατο πολιτικό επίπεδο και λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός πως ορισμένοι Βρετανοί πολιτικοί και εμπειρογνώμονες συνιστούσαν περί τα τέλη της δεκαετίας του 1940 να αποδοθεί η Κύπρος στην Ελλάδα για να βοηθηθεί η νέα κυβέρνηση που ανεδείχθη με τον εμφύλιο και να ενισχυθούν οι δεσμοί της με τη Βρετανία. Οι Βρετανοί το τόνισαν και επίσημα και δημόσια μέσω του Υπουργού Αποικιών, Henry Hopkinson το 1954, θεωρώντας, ιδιαίτερα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την Κύπρο ως μια αποικία, της οποίας η γεωπολιτική υπεραξία, δηλαδή η σημασία για τα ζωτικά τους στρατηγικά συμφέροντα, δεν επέτρεπε στο νησί να γίνει ανεξάρτητο ή να αποσπασθεί από την Αυτοκρατορία και να ενσωματωθεί σε άλλη χώρα. Επομένως, ούτε η πλήρης ανεξαρτησία, που σημαίνει άσκηση δικαιώματος αυτοδιάθεσης και ανεξαρτητοποίησης από την βρετανική κυριαρχία, ούτε και η Ένωση με την Ελλάδα, που ετίθετο ως άμεση συνέπεια της άσκησης του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης, ήταν ένα θέμα ως προς το οποίο η βρετανική κυβέρνηση επέτρεπε οποιαδήποτε συζήτηση διαπραγμάτευσης για παραχωρήσεις ή εκχώρηση εξουσιών και κυριαρχίας επί της νήσου.

 

Για αυτό και όλα τα σχέδια που πρότειναν οι Βρετανοί για την επίλυση του Κυπριακού στην διάρκεια της δεκαετίας του 1950, όπως ήταν οι προτάσεις του Βρετανού συνταγματολόγου Ράντκλιφ (1956) ή το σχέδιο του στρατάρχη και κυβερνήτη της Κύπρου Χάρτινγκ (1955), περιοριζόντουσαν στο δικαίωμα της Κύπρου για αυτοδιοίκηση και εσωτερική αυτοκυβέρνηση στην καλύτερη περίπτωση, υπό την υψηλή εποπτεία της βρετανικής διοίκησης και του κυβερνήτη σε όλες τις περιπτώσεις. Συνεπώς, οι διαπραγματεύσεις που γινόντουσαν για την επίλυση του Κυπριακού στην διάρκεια του δευτέρου ημίσεως της δεκαετίας του 1950, δεν άπτοντο του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης, ούτε της πλήρους ανεξαρτησίας της Κύπρου, αλλά μιας περιορισμένης και ελεγχόμενης ανεξαρτησίας, διά της οποίας θα διατηρούνταν τα βρετανικά συμφέροντα και θα συνέχιζε η βρετανική παρουσία στην Κύπρο, ενώ στο κράτος θα ασκείτο ένα είδος συγκυριαρχίας με την συμμετοχή και της Τουρκίας, η οποία δολίως ενεπλάκη από τον βρετανικό παράγοντα στην επίλυση του Κυπριακού, ώστε η Τουρκία να καταστεί εταίρος της λύσης και συνεταίρος στο υπό σύσταση κράτος.

 

Στο ίδιο πλαίσιο ενεπλάκη η Τουρκία, δηλαδή αυτό της περιορισμένης και ελεγχόμενης ανεξαρτησίας της Κύπρου. Η Τουρκία μέχρι το 1954 δεν εκδήλωσε επίσημη διάθεση εμπλοκής στο Κυπριακό Πρόβλημα και σε κάθε περίπτωση είχε ούτως ή άλλως απεμπλακεί από την Κύπρο και τα δικαιώματα που είχε ως κατέχουσα δύναμη μέχρι το 1878 με την Συνθήκη του Βερολίνου. Στην συνέχεια δε, αποκόπηκε από την κυριαρχία που τύποις ασκούσε μέχρι το 1923, όπου διά της Συνθήκης της Λωζάνης απώλεσε κάθε δικαίωμα μελλοντικής διεκδίκησης επί της νήσου Κύπρου και παρεχωρήθη πλήρως η Κύπρος στην Βρετανία, ανακηρυχθείσα αποικία του στέμματος. Τον Αύγουστο του 1955 η Τουρκία ενεργοποιήθηκε από την Βρετανία, δηλαδή μετά την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα των Κυπρίων για Ένωση, έτσι ώστε να μπορέσει να ελέγξει και να περιορίσει την ελληνική διεκδίκηση. Με αυτό τον τρόπο η Βρετανία επεχείρησε να καταστήσει την Τουρκία επίσημο εταίρο στην διαδικασία επίλυσης του Κυπριακού, να εξισώσει την ελληνική διεκδίκηση με την τουρκική και να μετατρέψει τον εαυτό της σε επιδιαιτητή της κυπρο-βρετανικής σύγκρουσης.

 

Η Τουρκία ενεργοποίησε πλέον την αναθεωρητική της πολιτική έναντι της Λωζάνης στην Κύπρο, μετατρέποντας το Κυπριακό Πρόβλημα σε ελληνοτουρκική διαφορά και υπογραμμίζοντας διά του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Ζορλού πως εάν η Κύπρος χειραφετηθεί από την βρετανική κυριαρχία, θα πρέπει να επιστραφεί στην Τουρκία ως διάδοχο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ή να διχοτομηθεί μεταξύ τουρκικού βορρά και ελληνικού νότου. Αυτό δε το ζήτημα της διχοτόμησης ήταν η επίσημη τουρκική γραμμή στην διάρκεια της δεκαετίας του 1950 και όχι μόνο, συνεχίστηκε δε στην δεκαετία του 1960 και 1970 μέχρι και την τουρκική εισβολή του 1974.

 

Παράλληλα, η δημοσιοποίηση του Σχεδίου Νιχάτ Ερίμ για την τουρκική οπτική σε σχέση με την επίλυση του Κυπριακού, δίνει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα διάσταση στις μετέπειτα διεκδικήσεις της Τουρκίας έναντι της Κύπρου. Ο Τούρκος συνταγματολόγος Ερίμ, ο οποίος εκπόνησε το 1956 – 1959 σε διαδοχικές συνέχειες το Σχέδιο Αττίλας για την Κύπρο, που αποτελούσε και την επίσημη τουρκική θέση από τότε μέχρι και σήμερα, υποστήριζε πως η Κύπρος δεν έχει ελληνική πλειοψηφία, διότι ο χώρος της Κύπρου είναι ενταγμένος στην τουρκική ενδοχώρα, αφού το νησί αποτελεί προέκταση του υφάλου της Ανατολίας και ως τέτοιο οι τετρακόσιες περίπου χιλιάδες Έλληνες που ήσαν την δεκαετία του 1950 στην Κύπρο, είναι μια απλή μειοψηφία στα σαράντα εκατομμύρια των Τούρκων που ζουν στην ηπειρωτική Τουρκία και επομένως οι Έλληνες είναι μια μειονότητα που δικαιούται αντίστοιχης μειονοτικής προστασίας.

 

Επομένως, κλείνοντας το εισαγωγικό κομμάτι που αφορά στο ιστορικό πλαίσιο και την γεωπολιτική υπεραξία της Κύπρου, πρέπει να υπογραμμίσουμε πως η Κύπρος επεβίωσε ως κρατικό μόρφωμα και ως υποκείμενο διεθνούς δικαίου, ακριβώς γιατί η γεωπολιτική της υπεραξία -εξαιτίας της οποίας απώλεσε την ικανότητά της να γίνει ανεξάρτητη χώρα, η προσαρμογή την οποία υπέστη στην διάρκεια των δεκαετιών που πέρασαν, ο έλεγχος της Κύπρου από τον δυτικό παράγοντα, καθώς και η ικανότητά της να εξισορροπεί την επιβίωση του κράτους με τα δυτικά συμφέροντα- της επέτρεψε να αντέξει στον χρόνο, να διατηρεί την διεθνή της υπόσταση ως υποκειμένου διεθνούς δικαίου και να διεκδικεί την αποκατάσταση στοιχειωδώς της ανεξαρτησίας της μέσα από την οικοδόμηση ενός κράτους που να ασκεί κυριαρχία εφ’ όλης της νήσου. Το τελευταίο προσκρούει στα γεωπολιτικά και γεωστρατηγικά συμφέροντα της Άγκυρας, τα οποία υπαγορεύουν ήδη, όπως είδαμε, από την δεκαετία του 1950, την στρατηγική ελέγχου της Κύπρου από την Τουρκία.

 

Ο κίνδυνος που υπάρχει, που θα δούμε στην συνέχεια, δεν είναι η απώλεια της γεωπολιτικής υπεραξίας της Κύπρου, η οποία βαίνει αυξανόμενη με την κρίση, η οποία παγκοσμιοποιείται, στην Μέση Ανατολή, με την ταυτόχρονη απειλή στην υπόσταση του κράτους του Ισραήλ, αλλά κυρίως ο κίνδυνος εκδηλώνεται από την δεδηλωμένη θέση της Άγκυρας να επιβάλει διά της επίλυσης του Κυπριακού, η οποία βρίσκεται επί θύραις και μέσω της εγκαθίδρυσης μιας απόκλισης από τα διεθνή ειωθότα, μοναδικής για τα παγκόσμια δεδομένα ομοσπονδιακής δομής διζωνικού δικοινοτικού χαρακτήρα, όπως αποκαλείται, και να αποκτήσει την δυνατότητα ελέγχου του χώρου και μετατροπής της Κύπρου σε προτεκτοράτο της.