4news-front

  • Έρευνα του Πανεπιστημίου της Νότιας Καλιφόρνιας δείχνει ότι τα παιδιά εύπορων και μορφωμένων γονέων έχουν μεγαλύτερο εγκέφαλο και καλύτερες επιδόσεις στα τεστ νοημοσύνης από
  • Μετά από πολλές διαβουλεύσεις η Κομισιόν ενέκρινε το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο για τον δραστικό περιορισμό της πλαστικής σακούλας, η οποία θεωρείται ιδιαίτερα επιβλαβής για το
  • Η Σιγκαπούρη είναι η πιο ακριβή πόλη του κόσμου. Οφείλει τον τίτλο, κυρίως, στο κόστος κατοικίας, αφού το ενοίκιο μίας γκαρσονιέρας στο κέντρο ξεπερνά τα €2.500 ($ 3.027),
  • Πόσο εύκολα μπορούμε να αντισταθούμε σε ντόνατς, τούρτες, πάστες και γενικά στα γλυκίσματα;Όσοι μπορούν είναι τυχεροί.   Οι υπόλοιποι πρέπει να το ξανασκεφτούν, όταν θα

Περί ασύλου

Περί ασύλου
Προερχόμενη από το αρχαίο ελληνικό άσυλο, το οποίο χονδρικά μεταφράζεται σε «απαραβίαστο», η λέξη «asylum» εισήχθη για πρώτη φορά στο αγγλικό λεξικό στα τέλη του Μεσαίωνα, όταν θεωρήθηκε ότι σημαίνει «ένα απαραβίαστο καταφύγιο ή μια προστασία από την καταδίωξη ή την σύλληψη». Εξ ορισμού, ένας αιτούμενος άσυλο ήταν άτομο που ζητούσε μια μορφή προστασίας που ποτέ δεν θα μπορούσε να παραβιαστεί, να σπάσει ή να καταπατηθεί. Καθ' όλη την ιστορία, διάφορα έθνη έχουν αναγνωρίσει ή επιδιώξει κάποια εκδοχή του δικαιώματος του ασύλου -από τους αρχαίους ελληνικούς και εβραϊκούς πολιτισμούς έως τη μεσαιωνική Αγγλία και την Γαλλική Πρώτη Δημοκρατία.
 
Στην Ευρώπη, η ιστορία του ασύλου ήταν στενά συνδεδεμένη με την ιστορία των θρησκευτικών διακρίσεων και διαμαχών. Για παράδειγμα, όταν οι Καθολικές μοναρχίες της Ισπανίας διέταξαν την απέλαση εκατοντάδων χιλιάδων Εβραίων το 1492, πολλοί αναζητούσαν καταφύγιο στην Τουρκία, την Ιταλία και την Βόρεια Αφρική. Στην πραγματικότητα, πολλές από τις φρικαλεότητες του Β' Παγκοσμίου Πολέμου ήταν το αποκορύφωμα πρακτικών βίας και διακρίσεων που είχαν προκαλέσει επεισοδιακούς εκτοπισμούς επί αιώνες. Μια σημαντική διάκριση της ναζιστικής περιόδου, ωστόσο, ήταν ότι στοχευμένες ομάδες, συμπεριλαμβανομένων των Εβραίων, των Ρομά, των Σίντι, και των ομοφυλοφίλων, είδαν σταδιακά να κλείνουν οι δρόμοι διαφυγής τους. Καμιά χώρα δεν ήταν πρόθυμη να τους δεχθεί.
 
Το 1938, εκπρόσωποι 32 χωρών συναντήθηκαν στην [πόλη] Évian της Γαλλίας προκειμένου να συμφωνήσουν σε μια συντονισμένη απάντηση στην κρίση των προσφύγων στην Ευρώπη. Αν και όλοι αναγνώρισαν την σοβαρότητα της κατάστασης, οι περισσότεροι αρνήθηκαν να δεχθούν περισσότερους πρόσφυγες. Έτσι, το 1939, ένα πλοίο που μετέφερε περισσότερους από 900 Εβραίους οι οποίοι είχαν διαφύγει από τις ναζιστικές διώξεις, απωθήθηκε από την Κούβα, τις Ηνωμένες Πολιτείες και τέλος από τον Καναδά πριν επιστρέψει στην Ευρώπη, όπου οι Ναζί τελικά εκτέλεσαν 254 επιβάτες.
Αυτή η επαίσχυντη ιστορία εξηγεί την κεντρική θέση της αρχής του ασύλου στην διεθνή τάξη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το απαραβίαστό του θεωρήθηκε αναγκαίο για τον τερματισμό του αέναου κύκλου πολέμων και εκτοπισμών στην Ευρώπη. Η Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που εγκρίθηκε από την Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών το 1948, δήλωνε ότι «ο καθένας έχει το δικαίωμα να αναζητά και να απολαμβάνει σε άλλες χώρες άσυλο από διώξεις». Η Σύμβαση του 1951 για το καθεστώς των προσφύγων κωδικοποίησε αυτή την προστασία για οποιονδήποτε διωκόμενο με βάση την φυλή, την θρησκεία, την εθνικότητα, τις πολιτικές πεποιθήσεις ή την ένταξη σε μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα. Ωστόσο, η σύμβαση δεν απαιτεί από τις χώρες να παραχωρούν άσυλο σε άτομα που δικαιολογούνται [να το απολαύσουν], λέγοντας μόνο ότι θα πρέπει να το κάνουν.
 
Ως αποτέλεσμα, το άσυλο έγινε μια ad hoc και συχνά πολιτική υπόθεση. Κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, τόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες όσο και η Σοβιετική Ένωση σχεδόν πάντα χορηγούσαν άσυλο σε πολιτικούς αντιφρονούντες από την άλλη πλευρά, ενώ παράλληλα επέκτειναν επιτρεπτικές πολιτικές μετανάστευσης προς τις χώρες στις σφαίρες επιρροής τους. Σε μεγάλο μέρος του υπόλοιπου κόσμου, το άσυλο έτυχε χειρισμού σε περιπτωσιολογική βάση -και πάλι, συχνά για να εξυπηρετήσει ξεκάθαρα πολιτικούς σκοπούς. Για παράδειγμα, τα άτομα που δραπέτευσαν από το απαρτχάιντ στην Ζιμπάμπουε και τη Νότια Αφρική λάμβαναν συνήθως προστασία, νομικό καθεστώς και ταξιδιωτικά έγγραφα από άλλες αφρικανικές χώρες που επεδίωκαν να συμβάλουν στον ευρύτερο αγώνα εναντίον του απαρτχάιντ. Στην αυτοβιογραφία του, ο Νέλσον Μαντέλα περιγράφει το ταξίδι του μέσω 13 αφρικανικών χωρών το 1967, χρησιμοποιώντας ταξιδιωτικά έγγραφα που είχαν χορηγηθεί από την Τανζανία και την Αιθιοπία.
 
Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, οι παγκόσμιες δυνάμεις είχαν μικρότερο ενδιαφέρον και λιγότερες ευκαιρίες για να εργαλειοποιήσουν το άσυλο και η προστασία των προσφύγων έγινε πιο επίσημη ως νομική και γραφειοκρατική πρακτική. Ταυτόχρονα, όμως, οι πολιτικές συγκρούσεις σε μέρη όπως η Σομαλία, η Αγκόλα και η πρώην Γιουγκοσλαβία προκάλεσαν εκτεταμένη αναταραχή και εκατομμύρια πρόσφυγες. Καθώς η πίεση αυξανόταν στις χώρες υποδοχής, πολλές αποφάσισαν ότι αυτοί οι πρόσφυγες δεν ανταποκρίνονταν στις άκαμπτες γραφειοκρατικές απαιτήσεις της σύμβασης του 1951 για τους πρόσφυγες: Ο φόβος γενικής βίας ή αστάθειας δεν ταιριάζει καλά σε καμία από τις πέντε στενές κατηγορίες διώξεων που περιγράφονται στην σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών. Ενώ εκατομμύρια [ανθρώπων] χρειάζονται περισσότερο το άσυλο, οι χώρες καθόρισαν το δικαίωμα όσο πιο στενά μπορούσαν έτσι ώστε να επωμιστούν το μικρότερο δυνατό βάρος.
 
Έτσι άρχισε η εποχή των καταυλισμών. Σε όλο τον κόσμο, οι χώρες που δέχθηκαν μεγάλο αριθμό προσφύγων άρχισαν να εξαναγκάζουν τους εκτοπισθέντες [να μπουν] σε καταυλισμούς. Συνήθως, οι κυβερνήσεις υποδοχής χορηγούσαν σε αυτές τις νέες αφίξεις ένα αρχικό καθεστώς πρόσφυγα, διότι είχαν εγκαταλείψει μαζικά τις χώρες καταγωγής τους, αλλά σπάνια προχωρούσαν στην διαδικασία κρίσης των ατομικών αιτήσεων ασύλου. Ως αποτέλεσμα, αυτοί οι άνθρωποι αντιμετωπίζονταν συχνά ως πρόσφυγες δεύτερης κατηγορίας, δεν μπορούσαν να έχουν πρόσβαση στα ίδια δικαιώματα και ελευθερίες όπως οι πρόσφυγες στους οποίους είχε χορηγηθεί άσυλο μέσω μιας διαδικασίας προσωπικής αναγνώρισης ή εκείνοι που επανεγκαταστάθηκαν σε μια τρίτη χώρα όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες ή ο Καναδάς. Σε πολλούς [μετανάστες] αρνήθηκαν την ελεύθερη κυκλοφορία, τους απαγόρευσαν να λάβουν διεθνή ταξιδιωτικά έγγραφα και είχαν περιορισμένη πρόσβαση στην εκπαίδευση και την υγειονομική περίθαλψη εκτός του καταυλισμού.
 
Η κλίμακα των εκτοπίσεων μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου κατέκλυσε γρήγορα τις μεγάλες χώρες υποδοχής όπως η Κένυα και το Πακιστάν, καθώς και το σύστημα των Ηνωμένων Εθνών που κρατούσε σε λειτουργία τους καταυλισμούς. Τα άτομα με αρχικά αναγνωρισμένο αλλά όχι πλήρες καθεστώς πρόσφυγα, παρέμειναν εν κενώ εδώ και δεκαετίες. Ορισμένες χώρες κατέστησαν ακόμη αυστηρότερα τα γραφειοκρατικά πρότυπα για το πλήρες καθεστώς [πρόσφυγα] και πολλές αιτήσεις πάγωσαν επ' αόριστον. Ακόμα και τότε, οι χώρες υποδοχής επέμειναν να θεωρηθούν οι καταυλισμοί ως προσωρινοί, μια ονομασία που έκανε την άρνηση του πλήρους καθεστώτος πρόσφυγα περισσότερο εύγευστη πολιτικά.
 
Η ανησυχητική αύξηση των καταυλισμών -και η συνειδητοποίηση ότι οι καταυλισμοί δεν ήταν καθόλου προσωρινοί- θα έπρεπε να έχουν λειτουργήσει ως καταλύτες για την αναθεώρηση της σύμβασης του 1951 με στόχο το κλείσιμο του χάσματος μεταξύ των προσφύγων με πλήρες καθεστώς και εκείνων που παρέμειναν στους καταυλισμούς. Αντ' αυτού, η διεθνής κοινότητα απάντησε με ένα μέτρο παραπλάνησης, αρνούμενη να αναγνωρίσει ότι οι καταυλισμοί μετατρέπονταν σιγά-σιγά σε μόνιμες υπαίθριες φυλακές. Το να συμφωνηθεί μια νέα σύμβαση σε μια εποχή που όλο και περισσότερες χώρες επιθυμούν όλο και λιγότερο άσυλο θα ήταν αναμφίβολα δύσκολο. Ήδη, η κατευθυντήρια φιλοσοφία σε πολλές χώρες είχε μετατοπιστεί από την προεπιλεγμένη συμπερίληψη [των προσφύγων] στον προεπιλεγμένο αποκλεισμό [τους]. Αλλά η αποτυχία να τερματιστεί το σύστημα των δύο επιπέδων, στο οποίο κάποιοι πρόσφυγες απολαμβάνουν την πλήρη προστασία της σύμβασης για τους πρόσφυγες του 1951 και άλλοι παραμένουν στο έλεος των κυβερνήσεων υποδοχής –αενάως αιτούντες άσυλο- έθεσαν το έδαφος για την τρέχουσα κρίση.
 
Το γεγονός ότι οι περισσότερες από τις χώρες που φιλοξενούν μεγάλο αριθμό αιτούντων άσυλο ήταν φτωχές χώρες, ενώ οι πλούσιες χώρες ηγούντο στην παραβίαση του δικαιώματος ασύλου, δεν ήταν τυχαίο. Οι υπηρεσίες του ΟΗΕ, των οποίων οι προϋπολογισμοί χρηματοδοτούνταν κυρίως από πλούσιες χώρες, συνέβαλαν στην διατήρηση αυτού του status quo. Κάποιοι αιτούντες άσυλο επανεγκαταστάθηκαν τελικά από τους καταυλισμούς σε τρίτες χώρες, κυρίως στον ανεπτυγμένο κόσμο, αλλά μόνο ένα μικρό ποσοστό από εκείνους που χρειάζονται άσυλο. Και έτσι οι καταυλισμοί έγιναν μόνιμες πόλεις. Σήμερα υπάρχουν εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο που δεν γνώρισαν ποτέ την ζωή έξω από έναν προσφυγικό καταυλισμό. Το προσφυγικό σύμπλεγμα Dadaab στην Κένυα, για παράδειγμα, ήταν μέχρι πρόσφατα ο μεγαλύτερος προσφυγικός καταυλισμός στον κόσμο, με πληθυσμό άνω των 500.000 κατοίκων. Αλλά το Dadaab δεν υπάρχει στους επίσημους χάρτες της Κένυας, αν και στην κορύφωσή του θα ήταν η τρίτη μεγαλύτερη πόλη της χώρας. Οι κάτοικοί του δεν απολαμβάνουν κανένα από τα δικαιώματα της ιθαγένειας της Κένυας.
 
Σήμερα, το καθεστώς ασύλου ως διεθνής νομική αρχή είναι πιο αδύναμο από ποτέ. Η εποχή των καταυλισμών οδήγησε σε μια εντεινόμενη παγκόσμια υποχώρηση, καθώς οι φτωχές χώρες που φέρουν το βάρος της επιβάρυνσης είναι τώρα απρόθυμες να δεχτούν περισσότερους αιτούντες άσυλο. Κάποιοι, με την συνεργασία των Ηνωμένων Εθνών, επιστρέφουν ενεργά τους πρόσφυγες στις ζώνες των συγκρούσεων, παραβιάζοντας σαφώς την σύμβαση του 1951.
 
Ταυτόχρονα, οι κρίσεις που δεν είχαν προβλεφθεί κατά την διάρκεια της σύμβασης του 1951 εκθέτουν την ανεπάρκεια του καθεστώτος. Η μεγάλης κλίμακας εμπορική υλοτομία έχει εκτοπίσει ολόκληρες αυτόχθονες κοινότητες από τα τροπικά δάση της Βραζιλίας και της Ινδονησίας. Η άνοδος της στάθμης της θάλασσας απειλεί νησιωτικά έθνη και παράκτιες πόλεις των οποίων οι κάτοικοι θα μπορούσαν σύντομα να ξεριζωθούν. Και οι υψηλότερες παγκόσμιες θερμοκρασίες τελικά θα καταστήσουν τμήματα του κόσμου ακατοίκητα, ενώ τροφοδοτούν ακραία καιρικά φαινόμενα όπως ο τυφώνας Dorian, ο οποίος κατέστρεψε μεγάλο μέρος των [νήσων] Μπαχάμες νωρίτερα αυτό το έτος. Ωστόσο, δεν υπάρχει διεθνώς αναγνωρισμένος ορισμός του κλιματικού πρόσφυγα, χωρίς αμφιβολία επειδή πολλές χώρες είναι αργές στο να αναγνωρίσουν την απειλή.